Καλός ήρθατε στο κάστρο του Spooky Greek Story!!! Θα είμαι ο οδηγός σας γι' αυτό το βράδυ. Μπορείτε να με φωνάζετε Lord Ellanor. Κατάγομαι από την σκοτεινή και άγρια Τρανσιλβανία και είμαι γόνος μιας πολύ γνωστής οικογενείας. Όμως αυτό ας το αφήσουμε για το δείπνο (ΜΟΥΥΥΧΑχα!!!)... οΟο! Μην τρομάζετε! Μάλλον φταίει το κηροπήγιο με το κερί που κρατάω. Περάστε μέσα! Βλέπετε ο καλός μου υπηρέτης, ο Ίγκορ, βρίσκετε σε αδεία και ξέχασε να πληρώσει την ΔΕΗ πριν φύγει...

Έχω πολλά χρονιά να δω νυχτερινούς ταξιδιώτες. Βλέπετε τώρα με την πρόοδο της τεχνολογίας και των επιστήμων λιγόστεψαν οι επισκέπτες μας. Αχ! θυμάμαι τότε, που μαζευόμασταν γύρω από το τζάκι και λέγαμε τρομακτικές ιστορίες. Μήπως θέλετε να σας πω μερικές που ξέρω; Αν ναι περάστε παρακαλώ από δω στο στο σαλόνι! Μια ζεστή φωτιά μας περιμένει...
[Πατήστε εδώ για να διαβάσετε Τρομακτικές Ιστορίες]

Ή μήπως προτιμάτε να μάθετε τα τελευταία κουτσομπολιά από τον κόσμο του παραφυσικού, των προλήψεων και του μυστηρίου; Αν ναι, τότε ακολουθείστε με στην κουζίνα, ε να μην τσιμπήσουμε και κάτι...

ΕΑΝ ΣΑΣ ΑΡΕΣΕΙ ΤΟ BLOG ΠΑΡΑΚΑΛΟΥΜΕ ΚΑΝΤΕ ΜΑΣ ΕΝΑ LIKE ΣΤΟ FACEBOOK ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ!!!

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2021

Τρομακτική Ιστορία: Μήνυμα στον Εκτυπωτή

Σε κάποια περιοχή της Αγγλίας, μία οικογένεια με 2 παιδιά είχε αγοράσει ένα παλιό σπίτι για να μείνει, μετά την μετάθεση που πήρε ο άντρας του σπιτιού. Η δουλειά του ήταν Μηχανικός Λογισμικού και όπως ήταν φυσικό ο Η/Υ και ο εκτυπωτής ήταν σε καθημερινή βάση ανοιχτοί για την δουλειά του. 

Τα μικρά παιδιά της οικογένειας δεν μπορούσαν να συνηθίσουν την αλλαγή του περιβάλλοντος και γιαυτό το βράδυ δεν μπορούσαν να κοιμηθούν εύκολα, λέγοντας σαν δικαιολογία ότι κάποιος έκανε φασαρία! 

Στο σπίτι δεν υπήρχε κανείς άλλος εκτός από τα 4 άτομα! Αυτή η ιστορία με το πρόβλημα των παιδιών συνεχίστηκε για αρκετό χρονικό διάστημα, και είχε φτάσει σε σημείο να νευριάζουν οι γονείς τους, οι οποίοι δεν τους πίστευαν. 

Όταν μία μέρα έγινε αυτό που κανείς δεν πίστευε. Ο μπαμπάς έγραφε κάτι στον Η/Υ, όταν η μητέρα τους φώναξε για φαγητό. Ο πατέρας έκλεισε τον Η/Υ και τον εκτυπωτή και πήγε να κάτσει στο τραπέζι, το οποίο ήταν μακρυά από το δωμάτιο που ήταν οι Η/Υ-εκτυπωτής. Κάθισαν και οι 4 να φάνε, όταν ξαφνικά ακούστηκε ο θόρυβος του εκτυπωτή! Ο πατέρας ήταν σίγουρος ότι τα είχε κλείσει! Και οι 4 κοιτάχτηκαν στα μάτια και σηκώθηκαν να πάνε να δούμε τι είχε συμβεί. Προχωρώντας προς το δωμάτιο ο θόρυβος σταμάτησε. Μπαίνοντας στο δωμάτιο είδαν τον Η/Υ και τον εκτυπωτή κλειστό! Όμως ο εκτυπωτής είχε ένα χαρτί εκτυπωμένο. Το πιάνει ο μπαμπάς και το διαβάζει: 

“Μην φοβάστε! Είμαι το φάντασμα του σπιτιού. Δεν πρόκειται να σας πειράξω. Ζητάω συγνώμη από τα παιδιά. Δεν πρόκειται να σας ξαναενοχλήσω. Αύριο φεύγω!” Και κάτω-κάτω στο χαρτί γραμμένο με πένα το όνομα Αρθουρ Ίργκεν, 1856.

Τρομακτική Ιστορία: Ο Περίεργος Άντρας

Μια μέρα έκανα κατασκήνωση με 3 φίλες μου, την Μαρία, την Γαβριέλα και την Ιώ. Είχαμε πάει σε ένα τρομαχτικό δάσος πολύ μακριά από το σπίτι μας. Έτσι όπως κοιμόμασταν είχε σβήσει η φωτιά και εγώ με την Ιώ πήγαμε να δούμε τι έγινε. Ξαφνικά ακούσαμε την Μαρία να φωνάζει κορίτσια ΑΑΑ, και τρέχαμε να την βρούμε και δεν ήταν στην σκηνή, και εγώ και η φίλη μου είχαμε τρομάξαμε. Δεν ξέραμε που πήγε και την πήραμε τηλέφωνο. Χτύπησε 2-3 φορές και το σήκωσε. Εγώ είπα, «Μαρία ακούς;» και ακούσαμε σαν κάποιον να ανάπνεε και ξαφνικά κάτι ψιθύρισε και ακούσαμε να λέει «τσσς». Εγώ και η Ιώ ανοίξαμε την ακρόαση και ακούσαμε κάποιον να φώναξε «ΤΩΩΡΑΑΑΑΑ». Εμείς τρομάξαμε γιατί η φωνή ήταν άγρια και χοντρή. Μετά όταν ξημέρωσε πήγαμε μέσα στο δάσος να βρούμε την Μαρία και την βρήκαμε πάνω σε έναν βράχο ξαπλωμένη. Όταν φτάσαμε και την βρήκαμε τα νύχια της είχανε σαν αίμα, και εγώ την ρώτησα τι έγινε και μου είπε ότι είδε ένα άντρα που το ένα του μάτι έλειπε και ήτανε κάπως καφέ. Εμείς μετά τρομάξαμε και φύγαμε και πήγαμε σε μία εκκλησία και μας είπανε πως αυτό το μέρος παλιά ήταν καταραμένο.

Τρομακτική Ιστορία: Ένα Απόκοσμο Τηλεφώνημα

Ήταν καλοκαίρι και η φίλη μου βρισκόταν στο χωριό της μαζί με κάποιες ξαδέλφες της και τη μεγαλύτερη αδελφή της. Οι γονείς τους έλειπαν εκείνη την ώρα και εκείνες ολομόναχες στο σπίτι έβλεπαν τηλεόραση. Η ώρα κόντευε δώδεκα (τα μεσάνυχτα!) και τότε η αδελφή της είχε τη φαεινή ιδέα να πάρουν το 666 (ναι! τον αριθμό του διαβόλου!). Όταν πήραν λοιπόν άκουσαν μια απόκοσμη φωνή να τους απαντάει: “ναι;;”. Εκείνες το έκλεισαν αμέσως τρέμοντας και αποφάσισαν να κλειστούν στο μπάνιο. Και τότε είδαν κάτι που τους έκοψε το αίμα κι όπως χαρακτηριστικά μου είπε η φίλη μου: “Αντωνία το θυμάμαι σαν χθες, έξω δεν κουνιόταν φύλλο κι όμως το παράθυρο του μπάνιου κουνιόταν σαν να το κουνούσε κάποιος!”. Τρέμοντας πήραν τηλέφωνο τους γονείς τους οι οποίοι προσπάθησαν να τις καθησυχάσουν. Εγώ πάλι πιστεύω ότι από το φόβο της έβλεπε πράγματα που δεν υπήρχαν.

Τρομακτική Ιστορία: Ζόμπι

Ο Ντάνι θυμάται τη νύχτα εκείνη που αποφάσισε να πάει στο δάσος, με νωπές ακόμα τις μνήμες από το χαμό του καλύτερού του φίλου. Αφού έφτασε, κάθισε και για αρκετή ώρα περισυλλογιζόταν, δίχως να μπορεί όμως να βρει γαλήνη στη σκέψη του. Αυτό, μέχρι τη στιγμή που ξεπρόβαλε ξαφνικά μια παρουσία μέσα από τους θάμνους. Η μορφή παρέπεμπε στο παρουσιαστικό του φίλου του. Του ίδιου φίλου που του έλειπε. Του ίδιου φίλου που τόσο πολύ αγαπούσε. Του ίδιου φίλου που θρηνούσε. Το «πλάσμα» τον πλησίασε με αργό και μηχανικό τρόπο. 

 Ο Ντάνι σάστισε και έμεινε ακίνητος. Τα συναισθήματά του αντικρουόμενα. Κάθε βήμα που έφερνε αυτήν την άγνωστη και απόκοσμη φιγούρα όλο και πιο κοντά, του δημιουργούσε ευφορία και συνάμα ανατριχίλα. Όταν η απόσταση μεταξύ τους μηδενίστηκε, ο Ντάνι άρχισε να παρατηρεί. Παρατηρούσε σιωπηλός, αλλά μέσα του έβραζε. Του ερχόταν να ουρλιάξει, αλλά η καρδιά του δεν τον άφηνε. Τρομολαγνεία και ευτυχία, δυο συναισθήματα τόσο αντικρουόμενα που τη δεδομένη στιγμή είχαν γίνει ένα. 

 Ο καλύτερός του φίλος βρισκόταν εκεί μπροστά του, όμως δεν ήταν ο ίδιος άνθρωπος. Δεν ήταν καν το ίδιο πλάσμα. Δεν ήταν ζωντανός, δεν ήταν νεκρός. Ήταν κάτι ανάμεσα και στα δυο. Ένα αποκύημα όχι της φαντασίας, αλλά μιας φριχτής αλήθειας που ο ανθρώπινος νους δε δύναται να δεχτεί.

Τρομακτική Ιστορία: Μόνος Στο Σπίτι!

Τα γεγονότα έχουν συμβεί πριν 17 χρόνια, και είναι νωπά ακόμα στις μνήμες όσων το έχουν ζήσει που κατέφυγαν ως και σε φάρμακα για να τα αποβάλουν από το μυαλό τους. Τα πρόσωπα έχουν αλλαχτεί για ευνόητους λόγους. H ιστορία είχε γίνει στην Αμερική στο Σαν Φρανσίσκο.

Ήταν Μάρτιος του 1991 και το παντρεμένο ζευγάρι με το όνομα Τζορτζ και Μάρθα ήταν έτοιμοι να βγουν για φαγητό με τον πρόεδρο της εταιρίας που δούλευε ο Τζορτζ. Είχαν στολιστεί και ετοιμαστεί και περίμεναν ένα πράγμα. Την νταντά που προσλάμβανε για να προσέχει τον οκτάχρονο γιο τους Μάρτιν. Η ώρα περνούσε και η νταντά αργούσε να έρθει. Μέχρι που χτύπησε το τηλέφωνο και η νταντά ήταν στην άλλη γραμμή. Η νταντά τους είχε πει πώς θα αργούσε και άλλο επειδή ήταν στο γιατρό με τη θεια της και έπρεπε να μείνει. Οι γονείς δεν ήξεραν τι να κάνουν μιας και δεν ήθελαν να χάσουν το δείπνο επειδή ήταν σημαντικό. 

Ο Μάρτιν που κατάλαβε τι έγινε, είπε στην μαμά του να μην ανησυχεί και πως θα μπορούσαν να φύγουν αφού κλείδωνε ο ίδιος καλά τη πόρτα και θα περίμενε την νταντά να έρθει. Θα πρόσεχε πολύ. Η μητέρα δεν ήθελε αλλά ο γιος της ήταν τόσο πειστικός που τους έπεισε τελικά. Το ζευγάρι αποχώρισε από το σπίτι και ο Μάρτιν αφού κλείδωσε καλά τη πόρτα, πήγε στην κουζίνα όπου έβγαλε από το ψυγείο μια σακούλα με ποπ κορν, τα γέμισε σε ένα μεγάλο μπολ και έβαλε στο ποτήρι του κόκα κόλα. Πήγε στο σαλόνι, άνοιξε τη τηλεόραση και ήταν έτοιμος να απολαύσει το θρίλερ που έπαιζε, μέχρι να ερχόταν η νταντά όπου και αναγκαστικά θα πήγαινε στο δωμάτιο του. 

Η ώρα πέρασε και άλλο, όταν ξαφνικά ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος. Ήταν απλά καταιγίδα που ξέσπασε ξαφνικά, και άρχισε στο λεπτό να βρέχει μανιωδώς. Ο Μάρτιν συνέχιζε να βλέπει τηλεόραση, μέχρι που έγινε το χειρότερο. Η καταιγίδα ήταν τόσο ισχυρή που έπεσαν τα φωτά του σπιτιού και της γειτονιάς. Η τηλεόραση έκλεισε, και ο Μάρτιν περίμενε τώρα την νταντά να έρθει όσο πιο γρήγορα γινόταν. Όταν μέσα στο σκοτάδι ακούστηκε μια φωνή να λέει, “Για, θέλεις να παίξουμε; θέλεις να παίξουμε κρυφτο;”. Ο Μαρτίν τρόμαξε. Δεν άκουσε κανέναν θόρυβο από κάποιον να μπαίνει στο σπίτι, και η πόρτα ήταν καλά κλειδωμένη, καθώς και τα παράθυρα. Η φωνή ήταν παιδική και ενός μικρού κοριτσιού. Ξανακούστηκε πιο έντονα αυτή τη φορά. “Θες να παίξουμε; θες να παίξουμε; θες να παίξουμε;”. Ο Μάρτιν πανικοβλήθηκε. 

Προσπάθησε να μην κλάψει, κράτησε τις δυνάμεις του, πέταξε κάτω τα ποπ κορν και την κόκα κόλα, και μη κάνοντας άλλο θόρυβο, κατευθυνόταν με αργά βήματα στο δωμάτιο του. Μπήκε στο δωμάτιο και κρύφτηκε κάτω από το κρεβάτι. Περίμενε την νταντά. Η ώρα πέρασε και η φωνή δεν ακουγόταν άλλο. Ο Μάρτιν ήταν ακόμα τρομαγμένος, μέχρι που χτύπησε η πόρτα. Αμέσως σκέφτηκε πως ήταν η νταντά που τελικά ήρθε. Βγήκε από το κρεβάτι του, άνοιξε την πόρτα σιγά σιγά, και πήγαινε προς την εξώπορτα. Όταν η φωνή ξανακούστηκε αλλά αυτή την φορά δυνατά, “έλα να παίξουμε, έλα να παίξουμε”. ο Μάρτιν γύρισε πίσω το κεφάλι του και είδε…….. και άρχισε να ουρλιάζει. 

Η νταντά που άκουσε τις κραυγές με την βοήθεια των γειτόνων έσπασε τη πόρτα και βρήκε το παιδί στο πάτωμα μη μπορώντας να αναπνεύσει. Αμέσως κάλεσε ασθενοφόρο και πήγαν στο νοσοκομείο, όπου έφτασαν και οι γονείς εκεί έντρομοι. Μετά από μέρες και αφού οι γιατροί προσπαθούσαν να δουν τι φόβισε το παιδί τόσο πολύ, Ο Μάρτιν έβγαλε μόνο μια φράση από το στόμα του, “δεν έχει πρόσωπο, δε έχει πρόσωπο”. Ο Μάρτιν δεν ξαναμίλησε, και 2 χρόνια μετά ήταν υπό την ιατρική περίθαλψη γιατρών και ψυχολόγων. Οι γονείς ποτέ δεν έμαθαν τι είχε συμβεί. Παρά μόνο 8 μήνες αργότερα πολλοί στη γύρω περιοχή άρχισαν να κάνουν εικασίες για ένα παλιό εργοστάσιο εγκαταλειμμένο. Η ιστορία έλεγε πώς το 1950 κάτι παιδιά είχαν μπει κρυφά μέσα για να παίξουν κρυφτό. Τότε ξέσπασε μια μεγάλη πυρκαγιά και τα παιδιά χωρίς τη βοήθεια κανενός εγκλωβίστηκαν μέσα και κάηκαν ζωντανά. Μάλιστα τα πτώματα ήταν τόσο καμένα που σόκαραν και τον ίδιο τον ιατροδικαστή. Από τότε έλεγαν πολλοί για περίεργα πράγματα που συνέβαιναν στο εργοστάσιο μιας και δεν ξανακτίστηκε. Δυο παιδιά που πήγαν εκεί περά βράδυ, άκουγαν γέλια και φωνές να ακούγονται από μέσα και φυσικά το βαλαν στα πόδια. 

Ο Μάρτιν δεν ξαναμίλησε παρά μόνο στα 22 του χρόνια και με τη βοήθεια ύπνωσης εκμυστηρεύτηκε τι του συνέβη. Η υπόθεση είναι ακόμα ανοιχτή.